Πατρόζος Κωνσταντίνος - Χειρουργός Ουρολόγος Αθήνα Αμπελόκηποι

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ

Συχνότητα εμφάνισης καρκίνου ουροδόχου κύστης

Είναι ο ένατος καρκίνος σε παγκόσμια κλίμακα και ο δεύτερος συχνότερος καρκίνος του ουροποιητικού. Οι άνδρες εμφανίζουν καρκίνο της ουροδόχου κύστεως τέσσερις φορές συχνότερα σε σχέση με τις γυναίκες. Ειδικότερα η συχνότητα εμφάνισης είναι 10/100000 στους άνδρες και 2,5/100000 στις γυναίκες.

Ιστολογικά ο καρκίνος της κύστης είναι στο 90% των περιπτώσεων καρκίνος του μεταβατικού επιθηλίου και πιο σπάνια πλακώδους (5%) ή αδενικού επιθηλίου (μέχρι 2%).

karkinosourodoxoukistis

Κυστεοσκοπικό εύρημα θηλώματος στην ουροδόχο κύστη (Πηγή: www. online.epocrates.com)

Καρκίνος της κύστης και παράγοντες κινδύνου

Ο καρκίνος της κύστης έχει συνδεθεί με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου. Στους παράγοντες κινδύνου περίοπτη θέση κατέχει το κάπνισμα με αποδεδειγμένη αιτιολογική σχέση τόσο με την εμφάνιση καρκίνου της ουροδόχου κύστης,, όσο και με την υποτροπή αυτού. Ο καπνιστής έχει πενταπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσει τη νόσο σε σχέση με τον μη καπνιστή. Η πιθανότητα μάλιστα ένας καπνιστής να αναπτύξει καρκίνο της κύστης είναι μεγαλύτερη από το να αναπτύξει καρκίνο του πνεύμονα. Εάν ο καπνιστής με ιστολογικά βεβαιωμένο καρκίνο της κύστης παύσει άμεσα το κάπνισμα, τότε ο κίνδυνος υποτροπής μειώνεται κατά 30-40%.

Ἐτερος αναγνωρισμένος παράγοντας κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου της κύστης είναι η μακροχρόνια επαγγελματική έκθεση σε καρκινογόνες χημικές ενώσεις. Αφορά επί το πλείστον εργάτες βιομηχανίας ελαστικών, βαφής υφασμάτων, βαφής μαλλιών, πίσσας, πετρελαίου και δέρματος.

Ασθενείς που έχουν υποστεί ακτινοθεραπευτική παρέμβαση στην ελάσσονα πύελο λόγω γυναικολογικών καρκίνων, καρκίνου προστάτη ή έτερης κακοήθειας στην εν λόγω περιοχή παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης της νόσου.

Ομοίως σε υπέδαφος χρόνιου ερεθισμού της ουροδόχου λόγω χρόνιας κυστίτιδας, ύπαρξης λίθων εντός της κύστης ή μακροχρόνιας παρουσίας ουροκαθετήρων, δύναται να αναπτυχθεί καρκίνος. Αναφέρουμε στο σημείο αυτό τη σχιστοσωμίαση της ουροδόχου κύστεως. Πρόκειται για μια ειδική φλεγμονή της κύστης, που ενδημεί σε χώρες της μέσης Ανατολής και της βορείου Αφρικής (π. χ. Αίγυπτος).

Ἀλλοι παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως είναι η χημειοθεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη, η μακροχρόνια κατάχρηση αναλγητικών, η ανοσοκαταστολή και ορισμένες μορφές νεφροπάθειας.

Συμπτώματα του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως

Σε αρχικά στάδια της νόσου δεν υφίστανται συμπτώματα. Στις μέρες μας δεν είναι σπάνιο φαινόμενο η τυχαία ανακάλυψη ενδοκυστικών όγκων ή θηλωμάτων στα πλαίσια απεικονιστικού ελέγχου.

Το κύριο σύμπτωμα της νόσου είναι η ανώδυνη αιματουρία. Ανώδυνη σημαίνει πως η παρουσία αίματος δεν συνοδεύεται από πόνο. Η παρουσία αίματος στα ούρα δύναται να είναι μικροσκοπική ή μακροσκοπική. Στην περίπτωση της μικροσκοπικής αιματουρίας το αίμα είναι ορατό μόνο στο μικροσκόπιο, ενώ στη μακροσκοπική είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού. Συνήθως η αιματουρία είναι παροδική, δηλαδή εμφανίζεται κατά διαστήματα.

Επιπροσθέτως μπορεί να εμφανισθούν: επιτακτικότητα, πυελικό άλγος ή ακόμα και δυσουρικά ενοχλήματα.

Διάγνωση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης

Η διάγνωση τίθεται με κυστεοσκόπηση, δηλαδή επισκόπηση της ουροδόχου κύστεως μέσω της ουρήθρας με οπτική ίνα. Στα πλαίσια της κυστεοσκόπησης διενεργείται διουρηθρική εκτομή του θηλώματος ή σε προχωρημένες περιπτώσεις του συμπαγούς όγκου. Διουρηθρική σημαίνει μέσω της ουρήθρας, χωρίς ανοικτή τομή. Η εκτομή θηλώματος ή όγκου μέσω της ουρήθρας γίνεται με τη μέθοδο TURis και είναι διαγνωστική, αφού το υλικό αποστέλεται προς παθολογοανατομική μελέτη. Επιπλέον σε αρχικά στάδια η εκτομή δύναται να είναι και θεραπευτική.

Σημαντικό ρόλο στη διάγνωση του καρκίνου της κύστης έχει ο υπέρηχος, ο οποίος εκτελείται με γεμάτη κύστη και προηγείται της κυστεοσκόπησης. Ο υπέρηχος κατέχει μεγάλη διαγνωστική αξία λόγω της μεγάλης ειδικότητας και ευαισθησίας στη διάγνωση θηλωμάτων ή συμπαγών όγκων εντός της κύστης.

Ἐτερο διαγνωστικό μέσο αποτελεί η κυτταρολογική ούρων. Συλλέγονται τρία διαδοχικά δείγματα ούρων σε τρεις διαφορετικές μέρες, από τη δεύτερη ούρηση. Πραγματοποιείται επεξεργασία των δειγμάτων με ειδικές χρώσεις και ακολούθως έρευνα μέσω μικροσκοπίου για παρουσία καρκινικών κυττάρων. Σε χαμηλού βαθμού κακοήθειες η αξία της εξέτασης είναι περιορισμένη. Σε υψηλού βαθμού κακοήθειες αυξάνει η διαγνωστική αξία της κυτταρολογικής ούρων, λόγω της αυξημένης παρουσίας καρκινικών κυττάρων (αυξημένη κυτταρική απόπτωση). Να σημειώσουμε πως αρνητική κυτταρολογική δεν αποκλείει την ύπαρξη κακοήθειας. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα στην κυτταρολογική ούρων μπορεί να οφείλονται σε λιθίαση ή λοίμωξη του ουροποιητικού.

Η αξονική τομογραφία με ενδοφλέβια έγχυση σκιαγραφικού έχει διακεκριμένο ρόλο στην ανάδειξη βλαβών του ουροθηλίου του κατώτερου και ανώτερου ουροποιητικού. Ταυτόχρονα αναδεικνύεται τυχόν συνυπάρχουσα παθολογία άλλων οργάνων ή λεμφαδένων.

Θεραπεία του καρκίνου της ουροδόχου κύστης

Η αρχική θεραπεία συνίσταται στην διουρηθρική (μέσω της ουρήθρας) εκτομή και αφαίρεση του ενδοκυστικού θηλώματος ή όγκου με συνακόλουθη παθολογοανατομική μελέτη. Η διουρηθρική εκτομή συνιστά σε αρχικά στάδια ταυτόχρονα και θεραπεία. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις ενδείκνυται η επανάληψη της διουρηθρικής επέμβασης.

Σε αρχικά στάδια ενδείκνυται θεραπεία εγχύσεων (τοποθέτηση στην κύστη μέσω καθετήρα για 1- 2 ώρες χημειοθεραπευτικού ή ανοσοδιεγερτικού φαρμάκου).

Υποχρεωτικός και άκρως σημαντικός είναι ο τακτικός επανέλεγχος μέσω κυστεοσκόπησης ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Σε πολύ προχωρημένο στάδιο ενδείκνυται η αφαίρεση της ουροδόχου κύστεως και η δημιουργία νεοκύστης από έντερο.